Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014
Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014
Φράσεις και παροιμίες με τη λέξη "γλώσσα"
1. Γλώσσεψες την μπέρδα σου : Μπέρδεψες τα λόγια σου. (Βάσια)
2. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. Τα λόγια μας μπορεί να είναι σκληρά για τους άλλους. (Βάσια, Μάριος, Σταμάτης, Γιώργος Β., Καλλιόπη, Βασίλης, Κωνσταντίνος, Κωσταντής, Σεμίνα)
3α. Όσο μπόι σου λείπει τόσο μεγάλη είναι η γλώσσα σου. Αν και είσαι μικρός, δε σέβεσαι και αντιμιλάς. (Βάσια)
3β. Η γλώσσα σου είναι μεγαλύτερη από το μπόι σου. (Σεμίνα)
4. Μου βγαίνει η γλώσσα. Κουράζομαι πολύ. (Μάριος)
5. Ροδάνι πάει η γλώσσα του. Μιλάει συνέχεια. (Μάριος, Λουκάς, Γιώργος Μ., Χαρά)
6. Μάλλιασε η γλώσσα μου. Λέω πολλές φορές το ίδιο πράγμα. (Μάριος, Παναγιώτης, Αθηνά, Χρήστος)
7. Δάγκωσε τη γλώσσα του. Είπε κάτι κακό και το μετάνιωσε. (Σταμάτης, Σοφιλιάνα)
8. Κατάπια τη γλώσσα μου. Σταμάτησα να μιλάω από ντροπή. (Λουκάς, Χαρά)
9α;. Γλώσσα που λαθεύει, την αλήθεια λέγει. Όταν λέμε κάτι κατά λάθος, λέμε την αλήθεια. (Γιώργος Β., )
9β. Γλώσσα λανθάνουσα την αλήθεια λέει. (Κωσταντής, Σεμίνα)
10. Χρήματα δεν έχεις, τη γλώσσα σου δένεις. Αν δεν έχεις χρήματα, δεν τρως. (Γιώργος Β.)
11. Έπαθε γλωσσοδέτη. Δέθηκε η γλώσσα του. (Καλλιόπη, Αλεξάνδρα)
12. Οι πολιτικοί μιλούν με ξύλινη γλώσσα. Μιλάνε με τρόπο που δεν τους καταλαβαίνουμε. (Θωμάς)
13α. Γιατί δε μιλάς, κατάπιες τη γλώσσα σου; Όταν κάποιος δε μιλάει από φόβο ή επειδή έχει άδικο. (Κωνσταντίνος)
13β. Κατάπιες τη γλώσσα σου; (Αλεξάνδρα, Χρήστος)
14. Πριν μιλήσεις να βουτάς τη γλώσσα σου στο μυαλό. Πριν μιλήσεις, να σκέφτεσαι. (Κωσταντής)
15. Δε βάζει γλώσσα μέσα του. Μιλάει διαρκώς. (Αθηνά)
16. Βγάζω γλώσσα. Γίνομαι αναιδής. (Αθηνά, Γιώργος Μ., Αλεξάνδρα)
17. Θα σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα. Απειλή σε κάποιο παιδί που μιλάει άσχημα. (Αθηνά, Αλεξάνδρα)
18. Θα σου κόψω τη γλώσσα. Απειλή σε κάποιον που μιλάει πολύ. (Αλεξάνδρα)
19. Δε μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί και λέει πράγματα που δεν πρέπει. (Χρήστος)
20. Το έχω στην άκρη της γλώσσας μου. Προσπαθώ να θυμηθώ κάτι για να το πω. (Χρήστος, Χαρά)
2. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. Τα λόγια μας μπορεί να είναι σκληρά για τους άλλους. (Βάσια, Μάριος, Σταμάτης, Γιώργος Β., Καλλιόπη, Βασίλης, Κωνσταντίνος, Κωσταντής, Σεμίνα)
3α. Όσο μπόι σου λείπει τόσο μεγάλη είναι η γλώσσα σου. Αν και είσαι μικρός, δε σέβεσαι και αντιμιλάς. (Βάσια)
3β. Η γλώσσα σου είναι μεγαλύτερη από το μπόι σου. (Σεμίνα)
4. Μου βγαίνει η γλώσσα. Κουράζομαι πολύ. (Μάριος)
5. Ροδάνι πάει η γλώσσα του. Μιλάει συνέχεια. (Μάριος, Λουκάς, Γιώργος Μ., Χαρά)
6. Μάλλιασε η γλώσσα μου. Λέω πολλές φορές το ίδιο πράγμα. (Μάριος, Παναγιώτης, Αθηνά, Χρήστος)
7. Δάγκωσε τη γλώσσα του. Είπε κάτι κακό και το μετάνιωσε. (Σταμάτης, Σοφιλιάνα)
8. Κατάπια τη γλώσσα μου. Σταμάτησα να μιλάω από ντροπή. (Λουκάς, Χαρά)
9α;. Γλώσσα που λαθεύει, την αλήθεια λέγει. Όταν λέμε κάτι κατά λάθος, λέμε την αλήθεια. (Γιώργος Β., )
9β. Γλώσσα λανθάνουσα την αλήθεια λέει. (Κωσταντής, Σεμίνα)
10. Χρήματα δεν έχεις, τη γλώσσα σου δένεις. Αν δεν έχεις χρήματα, δεν τρως. (Γιώργος Β.)
11. Έπαθε γλωσσοδέτη. Δέθηκε η γλώσσα του. (Καλλιόπη, Αλεξάνδρα)
12. Οι πολιτικοί μιλούν με ξύλινη γλώσσα. Μιλάνε με τρόπο που δεν τους καταλαβαίνουμε. (Θωμάς)
13α. Γιατί δε μιλάς, κατάπιες τη γλώσσα σου; Όταν κάποιος δε μιλάει από φόβο ή επειδή έχει άδικο. (Κωνσταντίνος)
13β. Κατάπιες τη γλώσσα σου; (Αλεξάνδρα, Χρήστος)
14. Πριν μιλήσεις να βουτάς τη γλώσσα σου στο μυαλό. Πριν μιλήσεις, να σκέφτεσαι. (Κωσταντής)
15. Δε βάζει γλώσσα μέσα του. Μιλάει διαρκώς. (Αθηνά)
16. Βγάζω γλώσσα. Γίνομαι αναιδής. (Αθηνά, Γιώργος Μ., Αλεξάνδρα)
17. Θα σου βάλω πιπέρι στη γλώσσα. Απειλή σε κάποιο παιδί που μιλάει άσχημα. (Αθηνά, Αλεξάνδρα)
18. Θα σου κόψω τη γλώσσα. Απειλή σε κάποιον που μιλάει πολύ. (Αλεξάνδρα)
19. Δε μπορεί να κρατήσει τη γλώσσα του. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί και λέει πράγματα που δεν πρέπει. (Χρήστος)
20. Το έχω στην άκρη της γλώσσας μου. Προσπαθώ να θυμηθώ κάτι για να το πω. (Χρήστος, Χαρά)
Ανάποδο παραμύθι: Τα τρία κακά γουρουνάκια
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία κακά γουρουνάκια που
έμεναν σε ένα δάσος και ένας καλός λύκος που έμενε σε ένα χωριό.
Τον λύκο τον έδιωξαν από το χωριό και έφυγε και έφτιαξε στο δάσος ένα σπίτι που έμενε μόνος του. Αυτό το σπίτι ήταν από άχυρο.
Τα κακά γουρουνάκια είδαν το σπίτι και το διέλυσαν με ένα φύσημα. Ο λύκος έφυγε από το κατεστραμμένο σπίτι και έφτιαξε ένα άλλο από ξύλο λίγο πιο μακριά.
Τα κακά γουρουνάκια τον βρήκαν όμως, φύσηξαν και του το κατέστρεψαν ξανά. Αυτή τη φορά ο λύκος έφτιαξε ένα γερό σπίτι από τούβλα.
Τα κακά γουρουνάκια το βρήκαν πάλι και φύσαγαν και φύσαγαν μέχρι που έσκασαν.
Ο λύκος πια μπορούσε να μείνει στο δάσος με ασφάλεια και να κάνει παρέα με τους άλλους λύκους. Όμως οι άλλοι λύκοι ήταν κακοί και ο καλός ο λύκος έφυγε γρήγορα και δεν ξαναπήγε ποτέ κοντά τους.
Χρήστος
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014
Ένα ανάποδο παραμύθι
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα όμορφο δάσος ένα πανέμορφο και γλυκύτατο ζώο, ο λύκος ο Λυκούργος.
Ο Λυκούργος έπαιζε συχνά με τους φίλους του τα ζώα και η αγαπημένη του ασχολία ήταν η ποδηλασία, οπότε είχε πολύ μεγάλη αγάπη στο ποδήλατό του. Αυτός και οι φίλοι του συνήθιζαν να διανύουν μακρινές διαδρομές με τα ποδήλατά τους.
Κάποια στιγμή όμως συνέβη ένα δυσάρεστο γεγονός. Η Νίτσα, η Κοκκινοσκουφίτσα, το πειραχτήρι του δάσους, αράδιασε μεγάλες πέτρες στα δρομάκια του δάσους με
σκοπό να ρίξει τα ζώα και να τα τρομοκρατήσει. Τα ζώα περνώντας από κείνο το σημείο πρόλαβαν και είδαν τις πέτρες. Τότε έτρεξαν να την πιάσουν και να της ζητήσουν το λόγο που έκανε αυτή τη ζαβολιά. Η Νίτσα απάντησε πως ήθελε να διατηρήσει τη φήμη του κακού κοριτσιού μέσα στο δάσος. Τότε ο Λυκούργος και οι φίλοι του της είπαν να μη δημιουργεί προβλήματα, γιατί μπορεί να τραυματιστούν ζώα και άνθρωποι. Η Νίτσα είπε πως θα ακολουθήσει τη συμβουλή τους και θα προσπαθήσει να γίνει καλύτερο κορίτσι.
Τελικά τα ζώα συμφιλιώθηκαν με τη Νίτσα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Λουκάς
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014
Ένα ανάποδο παραμύθι: "Οι περιπέτειες του λύκου"
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λύκος διαφορετικός από τους άλλους. Έτρωγε μόνο σούπες, λαχανικά και όσπρια. Ο λύκος έμενε σε μια καλύβα που την είχαν εγκαταλείψει κάποιοι κυνηγοί.
Παραδίπλα βρισκόταν ένα σπίτι που σε αυτό ζούσε ένα κοριτσάκι ανήσυχο και ιδιότροπο, η Κοκκινοσκουφίτσα.
Ένα πρωινό η μαμά της της είπε να πάει στη γιαγιά της, γιατί ήταν άρρωστη. Η Κοκκινοσκουφίτσα αμέσως άρχισε να φωνάζει και να λέει: "Δεν πάω είναι πολύ μακριά, βαριέμαι." Τότε η μαμά της άρχισε να την καλοπιάνει και της είπε πως εκεί θα ήταν και ο ξάδερφός της, ο Κοκκινοκουκούλας. Αυτά τα δύο ξαδέρφια ήταν πολύ αγαπημένα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα σκέφτηκε ότι αν τον έπαιρνε στο σπιτάκι της γιαγιάς όπου ήταν και ο Κοκκινοκουκούλας, θα έσπαγαν πολλή πλάκα. Τον πήρε λοιπόν μαζί της λέγοντάς του ψέματα πως η γιαγιά της θα του έκανε το τραπέζι.
Έφτασαν στο σπίτι της γιαγιάς και άνοιξαν την πόρτα. Η Κοκκινοσκουφίτσα είπε στον ξάδερφό της το σχέδιό της και άρχισαν και οι δυο να χτυπάνε τον λύκο με μια σκούπα. Η γιαγιά που ήξερε πολεμικές τέχνες, άρχισε να χτυπά τα παιδιά και με μια κλοτσιά τα πέταξε έξω.
Η γιαγιά και ο λύκος έγιναν οι καλύτεροι φίλοι και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Παναγιώτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






